Στις 28 Νοεμβρίου 2018 διαπράχθηκε ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο. Ο βιασμός και δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη, 22 ετών, φοιτήτριας στη Ρόδο απασχολεί μέχρι και σήμερα πολυπλεύρως την κοινή φήμη. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα μυστήριο με χαμένα κομμάτια ενός παζλ, κατέληξε να αντικατοπτρίσει πολλές αρρωστημένες πλευρές της κοινωνίας του 21ου αιώνα.

Δεν είμαι σίγουρη από που πρέπει να ξεκινήσω, καθώς όσο διάβαζα σε βάθος για την συγκεκριμένη υπόθεση, τόσο με κατέκλυζαν απαίσια συναισθήματα. Συναισθήματα απορίας, απέχθειας, αηδίας, θυμού και απογοήτευσης. Θα ήθελα λοιπόν, να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Δεν θα ήθελα να ακούσω ξανά να περιγράφουν την Ελένη με βάση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, ή στοιχεία προσωπικότητας ή ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Η Ελένη ήταν μια γυναίκα όπως όλες μας. Με τον ίδιο κίνδυνο να κακοποιηθεί όπως όλες μας. Και όχι, η αρχή της ιστορίας της δεν ξεκινάει από την δολοφονία της, αλλά από τον πρώτο βιασμό της.

Έναν χρόνο πριν βιαστεί και δολοφονηθεί, είχε βιαστεί ξανά. Στο περιστατικό εμπλέκονται δύο ενήλικοι και ένας ανήλικος άντρας οι οποίοι την βιντεοσκόπησαν μάλιστα. Μια εβδομάδα αργότερα, η Ελένη κατόρθωσε να πάει στην αστυνομία μαζί με κάποιες φίλες της αλλά το τι έγινε εκεί είναι ακόμα πιο εξοργιστικό: Ο αστυνομικός υπηρεσίας της είπε ότι αν δεν έχει αποδείξεις, μια εβδομάδα μετά δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Γιατί ως γνωστόν ο βιασμός δεν είναι κάτι σοβαρό και ασυνήθιστο, είναι μάλιστα κάτι τόσο ασήμαντο που μια γυναίκα μπορεί να το βγάλει από το κεφάλι της και δεν κρίνεται περαιτέρω διερεύνησης. Οπότε, ο συγκεκριμένος αστυνομικός έκρινε πολύ σωστό να αποθαρρύνει από οποιαδήποτε ενέργεια δικαιοσύνης μια κακοποιημένη και φοβισμένη γυναίκα. Άλλωστε, είναι γυναίκα, οι γυναίκες είναι εύκολο να βιαστούν, όπως επίσης είναι εύκολο να προσποιηθούν. Όταν άνοιξε η υπόθεση της δολοφονίας οι τρεις βιαστές εντοπίστηκαν. Οι ίδιοι φυσικά δεν το παραδέχτηκαν ποτέ, ούτε υπήρχε πλέον κάποιο στοιχείο, οπότε αυτοί όπως και χιλιάδες άλλοι βιαστές σε αυτό το κόσμο μένουν ατιμώρητοι, έτοιμοι να βιάσουν ξανά όποια κοπέλα βρεθεί στον δρόμο τους.

Φτάνουμε τώρα στη μέρα της δολοφονίας. Αυτού του φρικτού βασανιστηρίου από όντα που σίγουρα εσωτερίκευσαν μέσα τους όλο το κακό και το μίσος του κόσμου. Η Ελένη ήταν μαχήτρια. Προσπαθούσε να παλέψει με τον θάνατο μέχρι τελευταία στιγμή. Αφού την χτύπησαν και την βίασαν και οι δύο, έχοντας την ακινητοποιημένη, προσπάθησαν να την στραγγαλίσουν, την χτύπησαν με ηλεκτρικό σίδερο στο κεφάλι και εφόσον δεν πέθανε από όλα αυτά αποφάσισαν να την πετάξουν στη θάλασσα.

Οι δυο βιαστές και δολοφόνοι της Ελένης: Μανώλης Κούκουρας και Αλέξανδρος Λουτσάι

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να σκιαγραφήσω τους δύο εγκληματίες. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που οι δύο αυτοί άνθρωποι διέπρατταν κάποιο έγκλημα. Ο ένας κατηγορήθηκε και για άλλον βιασμό, μάλιστα ατόμου ΑμεΑ, μάλιστα δύο μέρες μετά την δολοφονία. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι στην πατρίδα του, έχει σκοτώσει και άλλο άτομο αλλά και ότι σκότωνε πολλά ζώα, οικόσιτα ή μη. Ο άλλος, κατηγορήθηκε για τροχαίο ατύχημα στο όποιο τραυμάτισε σοβαρά έναν νέο άνθρωπο αλλά και διότι προσπάθησε να πλησιάσει και άλλες κοπέλες προφανώς με στόχο τον βιασμό τους. Αυτό που με αηδιάζει πιο πολύ είναι ότι τα δύο αυτά άτομα μετά την δολοφονία, συνέχισαν τις ζωές τους σαν να μην συνέβη τίποτα απολύτως. Γυμναστήριο, καφέδες, βιασμοί, προσπάθεια άλλων βιασμών… Η πρώτη μου σκέψη: “Τι στο καλό μπορεί να έχει πάει λάθος στο κεφάλι αυτών των παιδιών ώστε να μην έχουν καμία απολύτως συνείδηση; Πόσο μίσος, πόση απάθεια, πόση κακία; Όλη η κακία μιας κοινωνίας στο πρόσωπο δύο ατόμων.

Τα θύματα τους δεν ήταν τυχαία. Ήταν αυτά που η κοινωνία τους δίδαξε ως αδύναμα: ζώα, άτομα ΑμεΑ, γυναίκες. Όντα που για εκείνους δεν νοούνται ως ανθρώπινα και ισότιμα, αλλά ανυπεράσπιστα χωρίς δική τους βούληση και δικαιώματα, χωρίς αυτοδιάθεση. Όντα που η κοινωνία με τα πρότυπα της δημιούργησε αυτή την εικόνα. Ο βιασμός για εκείνους σημαίνει δύο πράγματα:  είτε αυτό που κάνουν στα θύματα τους θα τους αρέσει κατά βάθος και θα το απολαύσουν, είτε ότι και που τους το κάνουν είναι χάρη γιατί από μόνα τους δεν θα ήταν ποτέ ικανά να κάνουν κάτι τέτοιο.

Και έπειτα μετά από ένα τόσο στυγερό έγκλημα ξεκινούν οι αντιδράσεις. Αντιδράσεις όμως υπέρ των δολοφόνων. Η ατελείωτη κουλτούρα του βιασμού δεν έχει αρχή και τέλος σε αυτή τη κοινωνία: «Τι ήθελε μόνη με δυο άντρες βραδιάτικα;» «Κι αυτή τα ήθελε και τα έπαθε!», «Αφού είχε βιαστεί πριν ένα χρόνο γιατί ήθελε να κάνει σεξ;» κτλ, κτλ, κτλ. Πόσο άρρωστο είναι να κατηγορεί κάποιος μια γυναίκα που δολοφονήθηκε; Πόσο άρρωστο να ρίχνει τις ευθύνες σε εκείνη και όχι στους δολοφόνους της; Είναι όμως μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη της κοινωνίας:- Οι γυναίκες δεν πρέπει να προκαλούν γιατί κινδυνεύουν. – Οι γυναίκες δεν πρέπει να απολαμβάνουν το σεξ γιατί αυτό σημαίνει ότι είναι πόρνες. –Οι γυναίκες πρέπει να φοβούνται ακόμα και την σκιά τους και να μην περπατάνε μόνες τους. Μπορώ να καθίσω και να γράψω αμέτρητα τέτοια στερεότυπα. Για το λόγο αυτό, δεν θα χαρακτηρίσω τους δολοφόνους της Ελένης ως τέρατα, ανώμαλους ή ψυχικά ασθενείς. Οι βιαστές και οι δολοφόνοι είναι άνθρωποι καθημερινοί. Απλά έπεσαν και οι ίδιοι θύματα. Θύματα μιας αρρωστημένα πατριαρχικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που μεγαλώνει ανθρώπους με απόλυτο μίσος προς οτιδήποτε είναι διαφορετικό από εκείνους. Είτε το μίσος εκδηλώνεται με πράξεις, είτε με λέξεις δεν παύει να είναι μίσος.

Και τέλος έρχεται η δίκη. Μια δίκη στην οποία μια γυναίκα εισαγγελέας τόλμησε να μιλήσει και να δείξει τα συναισθήματα της ως άνθρωπος που είναι και όχι ως ρομπότ. Και κατηγορήθηκε γιατί είναι άνθρωπος, γιατί είναι γυναίκα, γιατί έδειξε ενσυναίσθηση.

Στην Ελλάδα του 2020 υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι που υπερασπίζονται αυτούς τους εγκληματίες. Επίσης, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορεί εν μέρει να μην υπερασπίζονται τους εγκληματίες αλλά θεωρούν υπερβολή τον φεμινισμό, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ισότητα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι υπάρχει ισότητα. Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν ότι τα χυδαία σχόλια σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων είναι κομπλιμέντα ή αστεία και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Υπάρχουν άλλοι που πιστεύουν ότι ο φεμινισμός είναι μόνο τα εργασιακά δικαιώματα και οι υπεράσπιση των γυναικών στις αναπτυσσόμενες χώρες ενώ όλα τα άλλα είναι σαν να διυλίζουμε τον κώνωπα. Υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν ότι η σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση δεν είναι ούτε παρενόχληση, ούτε κακοποίηση.

Η Ελένη δεν ήταν η μόνη κοπέλα που δολοφονήθηκε από την πατριαρχία. Χιλιάδες γυναίκες δολοφονούνται κάθε χρόνο. Άλλες τόσες βιάζονται. Δεν έχουν όλες το θάρρος να το πουν. Δεν έχουν όλες οικογένειες σε καλή οικονομική κατάσταση και με τέτοιο σθένος για να μπορούν να κυνηγήσουν τους εγκληματίες. Κάποιες δεν έχουν καν οικογένειες…

Η Ελένη ας γίνει το έναυσμα, κάποιοι να μάθουν, κάποιοι να νιώσουν και να συναισθανθούν, να διερωτηθούν για τον εαυτό τους, να μπουν στη θέση του άλλου. Ας γίνει το σύμβολο της αλλεπάλληλης μάχης κατά των διακρίσεων κάθε είδους, σε οικογένειες, σε σχολεία, σε παρέες, σε εαυτούς.

Ðïñåßá ãéá ôçí äïëïöïíßá ôçò ÅëÝíçò óôç Ñüäï, ÐñáóêåõÞ 14 Äåêåìâñßïõ 2018.(EUROKINISSI/ÓÔÅËÉÏÓ ÌÉÓÉÍÁÓ)

Κι εγώ που τα γράφω αυτά ακόμα μαθαίνω. Κάνω λάθη. Και πάντα θα μαθαίνω και θα κάνω λάθη. Αλλά υπόσχομαι μια ζωή να προσπαθώ να υπερασπίζομαι την άνευ όρων αγάπη και θετική αποδοχή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here